You may also like
Λευκόστολος, ψηλός, ξανθὸς μὲ γεννειάδα, βρωμοῦσε κι ἔζεχνε χειμώνα καλοκαίρι στὰ σκουπίδια. Τὸν λέγαν Γόη, βιομηχάνου λέγαν μοῦλος, ὄχι ἁπλῶς γιατὶ ξεχώριζε […]
Κρύφτηκα βαθειά για να συλλογιστώσαν να κλειδώθηκα μέσα στα πόδιαμιας γυναίκαςξέρω πως μελετούνε το κακό μουείμαι παλληκαράς, γεμάτος νουπανούργος γόνος της γενιάς […]
Χωριό μου με τη βρύση σου στέρνα με τη βοή σου δάσος μου μυστικό κι o Ουρανός- ρίζωμα βράχου, ακίνητος. Δυο μάτια […]
Ο χρόνος δεν έχει αρχή ούτε τέλος – στο ενδιάμεσο ακούγεται η ζωή σε ταραχή, με φωνές και ωδεία, εντούτοις, σωστό συντακτικό, […]